Ο ρόλος ενός συγγραφέα


Η ομιλία του Καμύ όταν παρέλαβε το βραβείο Νόμπελ

Το 1957 ο Καμύ τιμάται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Αυτή είναι η ομιλία του στην τελετή παραλαβής του βραβείου:

Ενώ δεχόμουν τη διάκριση με την οποία η ελεύθερη ακαδημία σας θέλησε να με τιμήσει, η ευγνωμοσύνη μου γινόταν τόσο πιο βαθιά όσο αναμετρούσα ως ποιο σημείο η ανταμοιβή αυτή ξεπερνούσε την προσωπική μου αξία. Κάθε άνθρωπος και, κατά μείζονα λόγο, κάθε καλλιτέχνης θέλει ν’ αναγνωριστεί. Το θέλω κι εγώ. Αλλά μου ήταν αδύνατον να δεχτώ την απόφασή σας χωρίς να συγκρίνω την απήχησή της σε σχέση μ’ αυτό που πραγματικά είμαι. Πώς ένας άνθρωπος σχεδόν νέος, με μοναδικό πλούτο τις αμφιβολίες του κι ένα έργο που ακόμη πλάθεται, συνηθισμένος να ζει μέσα στη μοναξιά της εργασίας ή το καταφύγιο της φιλίας, θα μπορούσε να μην πανικοβληθεί από μια απόφαση που τον έφερνε ξαφνικά, αυτόν το μοναχικό και κλεισμένο στον εαυτό του άνθρωπο, στο φως των προβολέων; Με ποια καρδιά επίσης μπορούσε να δεχτεί αυτήν την τιμή, την ίδια ώρα που στην Ευρώπη άλλοι συγγραφείς, απ’ τους καλύτερους, είναι καταδικασμένοι στη σιωπή, κι ακόμη, την ίδια εποχή που η γενέθλια γη του γνωρίζει ατέλειωτη δυστυχία; Γνώρισα αυτήν τη σύγχυση κι αυτήν την εσωτερική ταραχή. Για να ξαναβρώ την ειρήνη έπρεπε να σταθώ στο ύψος της γενναιόδωρης μοίρας μου. Κι επειδή δεν μπορούσα να τη φτάσω με το να στηρίζομαι στην προσωπική μου αξία, δεν ανακάλυψα τίποτε άλλο για να με βοηθήσει παρά αυτό που με είχε στηρίξει στις πιο αντίξοες συνθήκες, σε όλο το μάκρος της ζωής μου: την ιδέα που έχω για την τέχνη μου και για το ρόλο του συγγραφέα. Επιτρέψτε μου μονάχα να σας πω, με αίσθημα τιμής και φιλίας, όσο πιο απλά μπορώ, ποια είναι αυτή η ιδέα. Κληρονόμος μιας διεφθαρμένης ιστορίας, όπου συνυπάρχουν ανάμεικτα ξεπεσμένες επαναστάσεις, παράφρονες τεχνολογίες, πεθαμένοι θεοί και αποδυναμωμένες ιδεολογίες, όπου ακόμη και μέτριες δυνάμεις μπορούν να καταστρέψουν τα πάντα, αλλά δεν μπορούν πια να πείσουν, όπου η νοημοσύνη ταπεινώθηκε ως το σημείο να γίνει υπηρέτρια του μίσους και της καταπίεσης, η γενιά αυτή όφειλε, τόσο στον εαυτό της όσο και στους άλλους, ν’ αποκαταστήσει με τις αρνήσεις της κάτι απ’ αυτό που δίνει αξιοπρέπεια στη ζωή και στο θάνατο.

Προσωπικά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την τέχνη μου, αλλά δεν τοποθέτησα ποτέ την τέχνη αυτήν πάνω απ’ όλα. Αν, αντίθετα, μου είναι απαραίτητη, αυτό συμβαίνει γιατί είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ανθρώπους, και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους τους άλλους. Η τέχνη δεν είναι στα μάτια μου μοναχική απόλαυση, είναι μέσο να συγκινεί κανείς το μεγαλύτερο

δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους προνομιούχα εικόνα των κοινών πόνων και ευχαριστήσεων – δεν επιτρέπει στον καλλιτέχνη ν’ απομονωθεί, τον υποτάσσει στην πιο ταπεινή και την πιο παγκόσμια αλήθεια. Και συχνά αυτός που διάλεξε τη μοίρα του καλλιτέχνη, γιατί αισθανόταν διαφορετικός, μαθαίνει πολύ γρήγορα πως δεν θα θρέψει την τέχνη του όντας διαφορετικός, αλλά ομολογώντας την ομοιότητά του με τους άλλους. Ο καλλιτέχνης σφυρηλατείται μέσα σ’ αυτό το συνεχές πηγαινέλα από τον εαυτό του στους άλλους, ανάμεσα στην ομορφιά, που δεν μπορεί να την αρνηθεί, και την κοινότητα, απ’ όπου δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Γι’ αυτόν το λόγο οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν περιφρονούν τίποτε• υποχρεώνονται να κατανοήσουν αντί να κρίνουν. Και αν πρέπει να πάρουν μια θέση σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν μπορεί να είναι παρά η θέση σε μια κοινωνία όπου, σύμφωνα με το μεγάλο λόγο του Νίτσε, δεν θα βασιλεύει πια ο κριτής αλλά ο δημιουργός, είτε είναι διανοούμενος είτε εργάτης. Μ’ αυτήν την έννοια ο ρόλος του συγγραφέα δεν είναι άμοιρος υποχρεώσεων – από τη φύση του δεν μπορεί να μπει σήμερα στην υπηρεσία αυτών που δημιουργούν την ιστορία: είναι στην υπηρεσία αυτών που την υπομένουν• διαφορετικά μένει μόνος του και η τέχνη του δεν έχει καμιά σημασία. Όλα τα στρατεύματα της τυραννίας με τα εκατομμύρια των ανθρώπων τους δεν θα τον απαλλάξουν από τη μοναξιά, ακόμη κι αν στέρξει ν’ ακολουθήσει το βηματισμό τους. Αλλά η σιωπή ενός φυλακισμένου, άγνωστου, εγκαταλειμμένου στους εξευτελισμούς, στην άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί για να βγάλει ένα συγγραφέα απ’ την απομόνωση, υπό τον όρο τουλάχιστον, κάθε φορά που ο ίδιος απολαμβάνει το προνόμιο της ελευθερίας, να μη λησμονεί αυτήν τη σιωπή, να την κάνει ν’ αντιλαλεί με τα μέσα της τέχνης. Κανείς από μας δεν είναι αρκετά μεγάλος για ανάλογη αποστολή. Αλλά μέσα σ’ όλες τις συνθήκες της ζωής, αφανής ή προσωρινά διάσημος, ριγμένος στα σίδερα της τυραννίας ή ελεύθερος για ένα διάστημα να εκφραστεί, ο συγγραφέας μπορεί να ξαναβρεί το αίσθημα μιας ζωντανής κοινότητας που θα τον δικαιώσει, με το μοναδικό όρο πως αποδέχεται, όσο μπορεί, τα δυο βάρη που αποτελούν το μεγαλείο του επαγγέλματός του: την υπηρεσία της αλήθειας και την υπηρεσία της ελευθερίας. Αφού το καθήκον του είναι να συνενώσει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, δεν μπορεί να ευχαριστιέται με το ψέμα και με τη δουλεία, τα οποία, όπου βασιλεύουν, ευνοούν τη μοναξιά. Οποιεσδήποτε κι αν είναι οι προσωπικές μας δοκιμασίες, η ευγένεια του επαγγέλματός μας θα έχει πάντα τις ρίζες της στις δυο δυσβάσταχτες υποχρεώσεις: την άρνηση να πει ψέματα για κάτι που γνωρίζει και την αντίσταση στην καταπίεση. Χαμένος μέσα σε μια ιστορία που κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια, χωρίς βοήθεια, όπως όλοι οι άνθρωποι της ηλικίας μου, μέσα στις πολιτικές ταραχές της εποχής, με στήριξε η κρυφή αίσθηση πως το να γράφει κανείς ήταν τιμή, τόσο περισσότερο μάλιστα που η πράξη αυτή δημιουργούσε υποχρεώσεις κι όχι μόνο την υποχρέωση να γράψεις. Με υποχρέωνε ιδιαίτερα να υπομένω, όποιος κι αν ήμουν και όποιες κι αν ήταν οι δυνάμεις μου, μαζί μ’ όλους αυτούς που ζούσαν την ίδια ιστορία, τη δυστυχία και την ελπίδα που μοιραζόμασταν. Αυτοί οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στην αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που ήταν είκοσι χρόνων τη στιγμή που αναρρήθηκε ο Χίτλερ στην εξουσία και έγιναν οι πρώτες δίκες των επαναστατών, που συμμετείχαν μετά, για να «τελειοποιηθεί» η «εκπαίδευσή» τους, στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που βρέθηκαν στην οικουμένη των στρατοπέδων συγκέντρωσης, στην Ευρώπη των βασανιστηρίων και των φυλακών, οφείλουν σήμερα ν’ αναθρέψουν τα παιδιά τους και να δημιουργήσουν το έργο τους σ’ έναν κόσμο που απειλείται με πυρηνική καταστροφή. Κανείς, νομίζω, δεν μπορεί να τους ζητήσει να είναι αισιόδοξοι. Και είμαι της γνώμης πως οφείλουμε να κατανοήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ν’ αγωνιζόμαστε εναντίον της, την πλάνη αυτών που σε μια κρίση απελπισίας έχασαν την εντιμότητά τους και ξέπεσαν στο μηδενισμό της εποχής. Αλλά οι περισσότεροι από μας, στη χώρα μου και στην Ευρώπη, αρνήθηκαν αυτόν το μηδενισμό και αναζήτησαν δημιουργική νομιμότητα. Χρειάστηκε να σφυρηλατήσουν μια τέχνη για να επιζήσουν απ’ την καταστροφή, να γεννηθούν για δεύτερη φορά και ν’ αγωνιστούν μετά, χωρίς καμιά προφύλαξη, ενάντια στο ένστικτο του θανάτου, που είναι πανίσχυρο στην ιστορία μας.

Συνέχεια

Γιατί όχι;


Ευγένιος Τριβιζάς: To «Γιατί» και το «Γιατί Όχι»

Ευγένιος Τριβιζάς: To «Γιατί» και το «Γιατί Όχι»

«Το κάθε παιδί είναι ένας καλλιτέχνης. Το πρόβλημα είναι πώς να παραμείνει καλλιτέχνης όταν ενηλικιώνεται» είχε πει ο Πικάσο.

Και η πικρή αλήθεια είναι ότι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καυτηριάσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί. Αντί να ενθαρρύνουμε και να αναπτύσσουμε,  αγνοούμε ή ακόμα και διώκουμε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, τα δύο sine qua non της τέχνης.

H ενθάρρυνση της δημιουργικότητας και η καλλιέργεια της φαντασίας είναι από τις πιο παραμελημένες πλευρές των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων. Η φαντασία συνδέεται με το ψεύδος και η δημιουργικότητα με την παράβαση κανόνων και την προσβολή ιερών αγελάδων. Τα παιδιά εισέρχονται στο σχολείο προικισμένα με πλούσια φαντασία και αστείρευτη δημιουργικότητα και αποφοιτούν με φαντασίες ατροφικές και δημιουργικές δυνατότητες στραγγαλισμένες. «Είναι σκανδαλώδες, γράφει ο John Watson, ότι τα σχολεία παραγεμίζουν τα παιδιά σαν γαλοπούλες με γνώσεις, ενώ αφήνουν τη φαντασία τους να λιμοκτονεί».  Σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολα προσβάσιμη και τη θέση «των βιβλίων τσέπης» παίρνουν «βιβλιοθήκες τσέπης» (γιατί τι άλλο είναι οι ηλεκτρονικές συσκευές που επιτρέπουν στον καθένα να κυκλοφορεί με το περιεχόμενο πολλών βιβλιοθηκών στην τσέπη του;) η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει με τη συσσώρευση γνώσεων το παιδί, ενώ θα έπρεπε να του προσφέρει το εφόδιο της φαντασίας για τη δημιουργική αξιοποίηση αυτών των γνώσεων.

Αυτό συμβαίνει επειδή η πάσης φύσεως εξουσία, θρησκευτική, πολιτική οικονομική, εκπαιδευτική, έχει τη ροπή να θεωρεί αμετάβλητα όσα είναι ρευστά, να μην ανέχεται διαφορετική από την κρατούσα πραγματικότητα, να ανάγει σε υπέρτατες αξίες τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Η κάθε εξουσία τότε μόνο αισθάνεται ασφαλής όταν τα πάντα είναι αυστηρά καθορισμένα και οριοθετημένα. Οι ασκούντες εξουσία λατρεύουν τη στασιμότητα και φοβούνται καθετί το ρευστό, το αντιφατικό, το μεταβατικό, το υπερβατικό, το μεταβλητό. Εκλαμβάνουν συνεπώς ως απειλή την αντιφατική ματιά, την απείθαρχη εστίαση της φαντασίας και το «εν δυνάμει» της δημιουργικότητας και έχουν κάθε συμφέρον να τα θέτουν υπό διωγμόν.

Ο διωγμός όμως της φαντασίας και της δημιουργικότητας όχι μόνον στραγγαλίζει τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί, αλλά απονευρώνει και τον μελλοντικό επιστήμονα δεδομένου του κρίσιμου ρόλου των δύο αυτών παραγόντων στην επιστημονική πρόοδο και καινοτομία. Όσο οι επιστήμονες ερευνούν όλο και ευρύτερες εκτάσεις χώρου, όσο ανατέμνουν όλο και μικρότερες μονάδες ύλης, τόσο και πιο δυσδιάκριτη καθίσταται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικού και φανταστικού.  Στην κβαντική φυσική τα συστατικά στοιχεία της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, δηλαδή τα άτομα, είναι δυνατόν να υπάρχουν την ίδια στιγμή σε δύο διαφορετικούς χώρους. Ένα σύμπαν γεμάτο «κόκκινους νάνους» και «μαύρες τρύπες» που καταπίνουν αστέρια είναι πιο κοντά στον χώρο τou φανταστικού παρά στην κλασική φυσική. Eξού και το μεταμοντερνιστικό συμπέρασμα ότι «η αλήθεια είναι μύθος και ο μύθος είναι αλήθεια».

Μόνο αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί,  μόνο αν τονώσουμε τη φαντασία και καλλιεργήσουμε τη δημιουργικότητά του, μόνο αν το μάθουμε, αντί να υπηρετεί, να υπερβαίνει την πραγματικότητα, και πιο πολύ από «γιατί;» να ρωτάει «γιατί όχι;» έχουμε ελπίδα να αποφύγουμε τη στασιμότητα, την αδράνεια και την κοινωνική αποτελμάτωση.

Info: Αν και σπούδασε νομικά και ειδικεύτηκε στο ποινικό δίκαιο και τη συγκριτική εγκληματολογία, ο Ευγένιος Τριβιζάς έχει συγγράψει πάνω από 120 βιβλία για παιδιά και είναι ένας από τους δημοφιλέστερους Έλληνες συγγραφείς. Τα έργα του περιλαμβάνουν διηγήματα, παραμύθια , εικονογραφημένα βιβλία, μυθιστορήματα,ποιήματα , τηλεοπτικές σειρές, τραγούδια, θεατρικά έργα, ακόμα και λιμπρέτα όπερας. Το έργο του Τριβιζά έχει τύχει βραβεύσεων όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό περιλαμβανομένων τιμητικών διακρίσεων από τηΒιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ και το Πολωνικό Κέντρο Νεότητας

ΠΗΓΗ

Ποιοι κυβερνούν αυτό τον έρημο τόπο


%ce%b2%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b7-%cf%88%cf%88

Ποιος κυβερνά επιτέλους αυτό τον τόπο;
Δικηγόροι, ιατροί, οικονομολόγοι, ψυχολόγοι,  πανεπιστημιακοί, με τις ευλογίες της εκκλησίας που όταν θέλει θυμάται την πολιτική, αλλιώς, διαβάζει αμέτοχη, πατερικά κείμενα, φιλοαμέριμνα και χωρίς ντροπή.
Ο Αντίνοος, ο Ευρύμαχος, ο Λαγόκαρδος Αμφίνομος, οι μεγάλοι της ζωής μας,  μνηστήρες και πολλοί, κυβερνούν, ελέω του καλοκάγαθου θεού, τρώνε και πίνουν , πηγαινοέρχονται σε ταξίδια με τους ακόλουθους μανδαρίνους, βγάζουν λόγους δημοκρατικής τάξης, ισότητος  και ευπείθειας  με τον πατέρα του Αντίνοου, τον Ευπείθη, αλληλοβραβεύονται και αλληλουποστηρίζονται  χωρίς αιδώ.

Αφού είμαστε όλοι ίσοι και διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για την ισότητα, γιατί δεν  είμαστε ΙΣΟΙ και  στην αμοιβή και τον  ΜΙΣΘΟ;

Εννοούν  «ίσοι» στο μισθό της σύγχρονης δουλείας ή στον θάνατο της ανεργίας;

Ο Αλέξανδρος ήταν αρχηγός, γιατί ήταν  πρώτος στη μάχη, στο  ρίσκο και στην αντοχή.

-Δεν έχει νερό για τον στρατό και τον λαό; Δεν θα πιω ούτε και εγώ.

Τα παλικάρια της φακής, που  μας κυβερνούν  είναι Δαρείοι και εξαγορασμένοι ΜΗΔΟΙ  με παχύ λαιμό και μας  έχουν πρήξει το συκώτι εδώ και καιρό.

Ο ανθρωπισμός  με το ελάχιστο κόστος  είναι  φθηνός λαϊκισμός και η δημοκρατία  σε μια χώρα,ξεκινάει από  τη δικαιοσύνη και τα ίδια δικαιώματα στη ζωή, διαφορετικά είναι εξουσία ληστρική.
Όλοι τους, άνθρωποι των κομμάτων και συνδικαλιστές και  γόνοι καλών οικογενειών ανεπάγγελτοι.
Άνθρωποι που δεν έχουν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους, οικονομολόγοι, που δεν έχουν κάνει μία υγιή επιχείρηση,  δικηγόροι που δεν θα κέρδιζαν καμιά δίκη, αν οι δικαστές δεν ήταν εξαγορασμένοι, ιατροί που έχουν φέρει  τα νοσοκομεία σε αυτή την κατάσταση, και  αρχιτέκτονες  και μηχανικοί που έχουν κτίσει αυτές τις πόλεις ΤΕΡΑΤΑ και τα υπόγεια με δυσοσμία ηχηρή.
Όλοι αυτοί, με πτυχία και πανεπιστημιακή  σπουδή. Μεγάλοι  ΜΑΣΤΡΟΠΟΙ.

Εξευτελίζουν την πολιτική ζωή του τόπου με αμετροέπεια  σε ένα εκφυλισμό και  θάνατο εντροπίας, που της πάει πολύ.
Κουτοί;  Όχι καθόλου.
Ευφυείς, με εξαιρέσεις φυσικά, γιατί υπάρχουν και οι χαζοί.
Κουτοπόνηροι και αλαζονικοί.
Επιδείξεις ,  απληστία και ανούσια αυτοπροβολή.
Μεταπτυχιακά χωρίς αντίκρυσμα . Δεν μπορούν να μοιράσουν άχυρο σε δυο γαιδάρους.
Γιατί ;
Σκέπτονται με βάση μόνο το προσωπικό τους συμφέρον σε πρώτη γραμμή.
Και είναι ΕΝΟΧΟΙ μεγάλης βλακείας, γιατί το υπέρμετρον προσωπικό συμφέρον στο οποίο  έχουν εγκλωβισθεί, κάποια στιγμή γίνεται θηλειά στο λαιμό τους από έναν συλλογικό ΟΝΕΙΡΕΥΤΗ.
Αστραία
12 10 2016

ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΙ

Οι δικηγόροι εξακολουθούν να είναι, όπως και πριν τη Μεταπολίτευση, το… πλειοψηφούν κόμμα της Βουλής με ποσοστό 15,7 % επί των 300.

Ακολουθούν οι γιατροί (12,6%), οι επιστήμονες (φυσικοί, χημικοί, μαθηματικοί, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι- 12,6% ), οι πανεπιστημιακοί (9,6%), οι οικονομολόγοι (8,8%), οι υπάλληλοι (8,4%), τα διευθυντικά στελέχη (6,5%), οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μέσης εκπαίδευσης (5%), ενώ μικρή είναι η συμμετοχή των εργατών-αγροτών (1,9%), των τεχνικών επαγγελμάτων (1,1%) και των αξιωματικών ενόπλων δυνάμεων (1,1%).

Αυτά και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία στην έκδοση του Εθνικού Κέντρου Πολιτικών Ερευνών «Η πολιτική αντιπροσώπευση στην σύγχρονη Ελλάδα», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση, σε επιμέλεια της ερευνήτριας Μανίνας Κακεπάκη. Στις 230 σελίδες του τόμου καταγράφονται, αξιολογούνται και σχολιάζονται τα χαρακτηριστικά των μελών του ελληνικού κοινοβουλίου από το 1996 έως τη σημερινή Βουλή.

Μελετώντας τους πολλούς πίνακες μένει κανείς στα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι υπάρχει υπεροχή πτυχιούχων ΑΕΙ μεταξύ των κοινοβουλευτικών μας , με ένα μικρό προβάδισμα στους άνδρες. Τα πανεπιστημιακά πτυχία εσωτερικού και εξωτερικού είναι 51,3%, οι μεταπτυχιακοί τίτλοι 19,8 %, ενώ το άθροισμα μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων αγγίζει το 32%. Συνολικά το 83% των εθνοπατέρων και εθνομητέρων κατέχει τίτλους ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και μόνο ένα 7% δεν διαθέτει πτυχίο ή μεταπτυχιακό τίτλο.

Πρόκειται για ένα πολιτικό προσωπικό που έχει να επιδείξει υψηλές βαθμίδες εκπαίδευσης και μάλιστα υπερβαίνει σε τίτλους το κοινοβουλευτικό προσωπικό άλλων ευρωπαϊκών κοινοβουλίων, των οποίων τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά κυμαίνονται γύρω στο 65-80% των ακαδημαϊκών τίτλων.

Από ποια «πόρτα» όμως εισέρχονται οι υποψήφιοι;

Ποια είναι η προϋπηρεσία τους; Και ποια η προηγούμενη δράση τους;

Η θητεία στο κόμμα συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσοστά (52,5% στους 1.058 βουλευτές που εξετάστηκαν). Έπεται η εκλογή στην αυτοδιοίκηση (39%) και τρίτη κατά σειρά η συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις (27%). Ακολουθεί, σε μεγάλη απόσταση , η υπηρεσία σε ευρωπαϊκές θέσεις (3,2%).

Η μελέτη, η οποία επεκτείνεται σε οκτώ εκλογικές αναμετρήσεις, εστιάζει στις βασικές κοινωνικο-δημογραφικές μεταβλητές, δηλαδή το επίπεδο εκπαίδευσης, το επάγγελμα και το φύλο, διερευνά τις διαφοροποιήσεις στα δύο φύλα όσον αφορά την κατάκτηση υπουργικών θώκων, ( όπου υστερούν οι γυναίκες ),αναλύει την γεωγραφική διάσταση της αντιπροσώπευσης, αξιολογεί το θεσμό των βουλευτών επικρατείας και εξετάζει το μεγάλο μέγεθος των εκλογικών περιφερειών.

Οι συγγραφείς των ξεχωριστών ενοτήτων είναι οι: Γιάννης Καραγιάννης λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φανή Μ. Κουντούρη διδάκτορας της Σορβόνης, Κωστής Πιερίδης υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Σταύρος Σκρίνης διδάκτορας στο Πάντειο.

Ο τόμος αποτελεί την ακτινογραφία όσων προσωποποιούν τον πανταχόθεν βαλλόμενο κοινοβουλευτικό θεσμό. Για τον οποίον… μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν έχει βρεθεί έτερος πλέον ανταγωνιστικός. Παρά τις επεισοδιακές διακοπές, τους θορύβους και τις εκρήξεις στις συνεδριάσεις των υψηλά μορφωμένων κοινοβουλευτικών μας…

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Λόγοι Θάρρους Ηγετών


ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΞΟ

Ως εκ τούτου οφείλουμε να να ανασύρουμε την αρχαία αρετή του θάρρους από την βούρκο της λήθης

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΟΥΓΓΡΟΥ ΗΓΕΤΗ
Σήμερα δεν υπάρχει κανένας λαός συμπεριλαμβανόμενου και των Ούγγρων που να μπορεί να είναι ελεύθερος στην Ευρώπη. Η Ευρώπη είναι αδύναμη, εύθραστη.
Σήμερα μετά από 168 μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία των Ευρωπαικών λαών, η Ευρώπη το κοινό μας σπίτι δεν είναι ελεύθερη. Και δεν είναι ελεύθερη γιατί ελευθερία προϋποθέτει να λες αλήθεια. Και σήμερα αυτό είναι απαγορευμένο.
Είναι απαγορευμένο να πείς ότι η Ευρώπη απειλείται από την μετανάστευση και όλοι αυτοί που φθάνουν δεν είναι πρόσφυγες. Είναι δε εκατομμύρια που ετοιμάζονται να μπούν στην Ευρώπη και είναι απαγορευμένο να πείς ότι θα φέρουν την βία την τρομοκρατία, θα αλλοιώσουν τα ήθη μας και τον πολιτισμό μας. Όλα αυτά δεν είναι τυχαία αλλά μία πολύ καλή ενορχηστρωμένη και οργανωμένη επιχείρηση. Είναι απαγορευμένο να πείς ότι οι Βρυξέλλες επινοούν διάφορες μεθόδους για να φέρουν μάζες ανθρώπων μέσα στην Ευρώπη, με σκοπό την αναμόρφωση του πολιτιστικού τοπίου της και την κατάργηση του μοναδικού φράγματος του διεθνισμού, τα ΕΘΝΗ-ΚΡΑΤΗ. .Είναι απαγορευμένο να πείς ότι οι Βρυξέλλες ύπουλα καταβροχθίζουν φέτες της εθνικής μας κυριαρχίας. Θέλουν να δημιουργήσουν τις ΗΠΑ της Ευρώπης. Κάτι για το οποίο δεν του έδωσε κανείς την άδεια.
Κυρίες και κύριοι σήμερα οι εχθροί έχουν άλλο προσωπείο. Σήμερα δεν μας φυλακίζουν , δεν χρησιμοποιούν στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν στέλνουν τανκς στις χώρες. Σήμερα οι βομβαρδισμοί των διεθνών ΜΜΕ , η προπαγάνδα , οι απειλές και οι εκβιασμοί ήταν αρκετοί μέχρι τώρα . Αλλά οι λαοί της Ευρώπης αρχίζουν να αφυπνίζονται και θα ανακτήσουν σύντομα το έδαφος, γιατί κατάλαβαν ότι το μέλλον τους βρίσκεται σε κίνδυνο.. Το υπόβαθρο της Ευρώπης που στηρίζει την καταστολή της αλήθειας αρχίζει και τρίζει και να ραγίζει.
Ηρθε η ώρα να σηκώσουμε την σημαία των εθνών μας για να αποτρέψουμε την καταστροφή της Ευρώπης. Οι ηγέτες και οι πολίτες δεν πρέπει να ζούν στον δικό τους κόσμο. Πρέπει να βοηθήσουμε όλοι να αποκαταστήσουμε την ενότητα της Ευρώπη, γιατί δεν μπορούνε να είμαστε ατομικά ελεύθεροι αν δεν είμαστε συλλογικά ελεύθεροι.
Αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας θα πετύχουμε αν πάρουμε διαφορετικές κατευθύνσεις θα αποτύχουμε.
ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΥΝΑΜΗ, ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΔΥΝΑΜΟΙ. Η ΜΙΑ Η ΤΙΠΟΤΕ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΟΣ.
Το 1948 στο βιβλίο της μοιρας γραφόταν ότι τίποτε δεν μπορούσε να γίνει ενάντια στην αυτοκρατορία των Αμψούργων. Αν τα είχαμε παρατήσει τότε τίποτε δεν θα άλλαζε και η γερμανική θάλασσα θα είχε καταπιεί του Ούγγρους. Το 1956 το βιβλίο της μοίρας έλεγε ότι θα μείνουμε μία κατεχόμενη σοβιετιοποιημένη χώρα. Αν τα είχαμε παρατήσει δεν θα είχαμε κανένα αποτέλεσμα.
Σήμερα το βιβλίο της μοίρας γράφει ότι σκοτεινές και απρόσωπες δυνάμεις θα εξαλείψουν
Κάθε εθνικό πανάρχαιο και αυτόνομο, θέλοντας να αναμείξουν θρησκείες πολιτισμούς και πληθυσμούς, μέχρι που η Ευρώπη να γίνει αναιμική και υπάκουη. Αν παραιτηθούμε ρώρα η μοίρα μας θα σφραγιστεί. Θα αλωθούμε και θα καταλήξουμε στην κοιλιά των ενωμένων πολιτειών της Ευρώπης.
Αυτό που πρέπει να κάνουν όλα τα ευρωπαικά έθνη που δεν έχουμε χάσει ακόμη την λογική μας είναι να νικήσουμε και να αλλάξουμε την μοίρα που έχουν προορίσει για μας.
Εμείς έχουμε διδαχθεί ότι ένας μπορεί να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο , αρκεί να είναι γενναίος. Ως εκ τούτου οφείλουμε να να ανασύρουμε την αρχαία αρετή του θάρρους από την βούρκο της λήθης. Να βάλουμε ατσάλι στην σπονδυλική μας στήλη και να απαντήσουμε με σαφήνεια και δυνατή φωνή να ακουστεί όσο πιο μακρυά γίνεται το κύριο και βασικό ερώτημα, το ερώτημα από το οποίο εξαρτάται το μέλλον της Ευρώπης.
ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ Η ΣΚΛΑΒΟΙ. ΔΩΣΤΕ ΕΣΕΙΣ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ.

Απομαγνητοφώνηση Κλειώ Αρτεμίδου