Ο ρόλος ενός συγγραφέα


Η ομιλία του Καμύ όταν παρέλαβε το βραβείο Νόμπελ

Το 1957 ο Καμύ τιμάται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Αυτή είναι η ομιλία του στην τελετή παραλαβής του βραβείου:

Ενώ δεχόμουν τη διάκριση με την οποία η ελεύθερη ακαδημία σας θέλησε να με τιμήσει, η ευγνωμοσύνη μου γινόταν τόσο πιο βαθιά όσο αναμετρούσα ως ποιο σημείο η ανταμοιβή αυτή ξεπερνούσε την προσωπική μου αξία. Κάθε άνθρωπος και, κατά μείζονα λόγο, κάθε καλλιτέχνης θέλει ν’ αναγνωριστεί. Το θέλω κι εγώ. Αλλά μου ήταν αδύνατον να δεχτώ την απόφασή σας χωρίς να συγκρίνω την απήχησή της σε σχέση μ’ αυτό που πραγματικά είμαι. Πώς ένας άνθρωπος σχεδόν νέος, με μοναδικό πλούτο τις αμφιβολίες του κι ένα έργο που ακόμη πλάθεται, συνηθισμένος να ζει μέσα στη μοναξιά της εργασίας ή το καταφύγιο της φιλίας, θα μπορούσε να μην πανικοβληθεί από μια απόφαση που τον έφερνε ξαφνικά, αυτόν το μοναχικό και κλεισμένο στον εαυτό του άνθρωπο, στο φως των προβολέων; Με ποια καρδιά επίσης μπορούσε να δεχτεί αυτήν την τιμή, την ίδια ώρα που στην Ευρώπη άλλοι συγγραφείς, απ’ τους καλύτερους, είναι καταδικασμένοι στη σιωπή, κι ακόμη, την ίδια εποχή που η γενέθλια γη του γνωρίζει ατέλειωτη δυστυχία; Γνώρισα αυτήν τη σύγχυση κι αυτήν την εσωτερική ταραχή. Για να ξαναβρώ την ειρήνη έπρεπε να σταθώ στο ύψος της γενναιόδωρης μοίρας μου. Κι επειδή δεν μπορούσα να τη φτάσω με το να στηρίζομαι στην προσωπική μου αξία, δεν ανακάλυψα τίποτε άλλο για να με βοηθήσει παρά αυτό που με είχε στηρίξει στις πιο αντίξοες συνθήκες, σε όλο το μάκρος της ζωής μου: την ιδέα που έχω για την τέχνη μου και για το ρόλο του συγγραφέα. Επιτρέψτε μου μονάχα να σας πω, με αίσθημα τιμής και φιλίας, όσο πιο απλά μπορώ, ποια είναι αυτή η ιδέα. Κληρονόμος μιας διεφθαρμένης ιστορίας, όπου συνυπάρχουν ανάμεικτα ξεπεσμένες επαναστάσεις, παράφρονες τεχνολογίες, πεθαμένοι θεοί και αποδυναμωμένες ιδεολογίες, όπου ακόμη και μέτριες δυνάμεις μπορούν να καταστρέψουν τα πάντα, αλλά δεν μπορούν πια να πείσουν, όπου η νοημοσύνη ταπεινώθηκε ως το σημείο να γίνει υπηρέτρια του μίσους και της καταπίεσης, η γενιά αυτή όφειλε, τόσο στον εαυτό της όσο και στους άλλους, ν’ αποκαταστήσει με τις αρνήσεις της κάτι απ’ αυτό που δίνει αξιοπρέπεια στη ζωή και στο θάνατο.

Προσωπικά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την τέχνη μου, αλλά δεν τοποθέτησα ποτέ την τέχνη αυτήν πάνω απ’ όλα. Αν, αντίθετα, μου είναι απαραίτητη, αυτό συμβαίνει γιατί είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ανθρώπους, και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους τους άλλους. Η τέχνη δεν είναι στα μάτια μου μοναχική απόλαυση, είναι μέσο να συγκινεί κανείς το μεγαλύτερο

δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους προνομιούχα εικόνα των κοινών πόνων και ευχαριστήσεων – δεν επιτρέπει στον καλλιτέχνη ν’ απομονωθεί, τον υποτάσσει στην πιο ταπεινή και την πιο παγκόσμια αλήθεια. Και συχνά αυτός που διάλεξε τη μοίρα του καλλιτέχνη, γιατί αισθανόταν διαφορετικός, μαθαίνει πολύ γρήγορα πως δεν θα θρέψει την τέχνη του όντας διαφορετικός, αλλά ομολογώντας την ομοιότητά του με τους άλλους. Ο καλλιτέχνης σφυρηλατείται μέσα σ’ αυτό το συνεχές πηγαινέλα από τον εαυτό του στους άλλους, ανάμεσα στην ομορφιά, που δεν μπορεί να την αρνηθεί, και την κοινότητα, απ’ όπου δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Γι’ αυτόν το λόγο οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν περιφρονούν τίποτε• υποχρεώνονται να κατανοήσουν αντί να κρίνουν. Και αν πρέπει να πάρουν μια θέση σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν μπορεί να είναι παρά η θέση σε μια κοινωνία όπου, σύμφωνα με το μεγάλο λόγο του Νίτσε, δεν θα βασιλεύει πια ο κριτής αλλά ο δημιουργός, είτε είναι διανοούμενος είτε εργάτης. Μ’ αυτήν την έννοια ο ρόλος του συγγραφέα δεν είναι άμοιρος υποχρεώσεων – από τη φύση του δεν μπορεί να μπει σήμερα στην υπηρεσία αυτών που δημιουργούν την ιστορία: είναι στην υπηρεσία αυτών που την υπομένουν• διαφορετικά μένει μόνος του και η τέχνη του δεν έχει καμιά σημασία. Όλα τα στρατεύματα της τυραννίας με τα εκατομμύρια των ανθρώπων τους δεν θα τον απαλλάξουν από τη μοναξιά, ακόμη κι αν στέρξει ν’ ακολουθήσει το βηματισμό τους. Αλλά η σιωπή ενός φυλακισμένου, άγνωστου, εγκαταλειμμένου στους εξευτελισμούς, στην άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί για να βγάλει ένα συγγραφέα απ’ την απομόνωση, υπό τον όρο τουλάχιστον, κάθε φορά που ο ίδιος απολαμβάνει το προνόμιο της ελευθερίας, να μη λησμονεί αυτήν τη σιωπή, να την κάνει ν’ αντιλαλεί με τα μέσα της τέχνης. Κανείς από μας δεν είναι αρκετά μεγάλος για ανάλογη αποστολή. Αλλά μέσα σ’ όλες τις συνθήκες της ζωής, αφανής ή προσωρινά διάσημος, ριγμένος στα σίδερα της τυραννίας ή ελεύθερος για ένα διάστημα να εκφραστεί, ο συγγραφέας μπορεί να ξαναβρεί το αίσθημα μιας ζωντανής κοινότητας που θα τον δικαιώσει, με το μοναδικό όρο πως αποδέχεται, όσο μπορεί, τα δυο βάρη που αποτελούν το μεγαλείο του επαγγέλματός του: την υπηρεσία της αλήθειας και την υπηρεσία της ελευθερίας. Αφού το καθήκον του είναι να συνενώσει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, δεν μπορεί να ευχαριστιέται με το ψέμα και με τη δουλεία, τα οποία, όπου βασιλεύουν, ευνοούν τη μοναξιά. Οποιεσδήποτε κι αν είναι οι προσωπικές μας δοκιμασίες, η ευγένεια του επαγγέλματός μας θα έχει πάντα τις ρίζες της στις δυο δυσβάσταχτες υποχρεώσεις: την άρνηση να πει ψέματα για κάτι που γνωρίζει και την αντίσταση στην καταπίεση. Χαμένος μέσα σε μια ιστορία που κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια, χωρίς βοήθεια, όπως όλοι οι άνθρωποι της ηλικίας μου, μέσα στις πολιτικές ταραχές της εποχής, με στήριξε η κρυφή αίσθηση πως το να γράφει κανείς ήταν τιμή, τόσο περισσότερο μάλιστα που η πράξη αυτή δημιουργούσε υποχρεώσεις κι όχι μόνο την υποχρέωση να γράψεις. Με υποχρέωνε ιδιαίτερα να υπομένω, όποιος κι αν ήμουν και όποιες κι αν ήταν οι δυνάμεις μου, μαζί μ’ όλους αυτούς που ζούσαν την ίδια ιστορία, τη δυστυχία και την ελπίδα που μοιραζόμασταν. Αυτοί οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στην αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που ήταν είκοσι χρόνων τη στιγμή που αναρρήθηκε ο Χίτλερ στην εξουσία και έγιναν οι πρώτες δίκες των επαναστατών, που συμμετείχαν μετά, για να «τελειοποιηθεί» η «εκπαίδευσή» τους, στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που βρέθηκαν στην οικουμένη των στρατοπέδων συγκέντρωσης, στην Ευρώπη των βασανιστηρίων και των φυλακών, οφείλουν σήμερα ν’ αναθρέψουν τα παιδιά τους και να δημιουργήσουν το έργο τους σ’ έναν κόσμο που απειλείται με πυρηνική καταστροφή. Κανείς, νομίζω, δεν μπορεί να τους ζητήσει να είναι αισιόδοξοι. Και είμαι της γνώμης πως οφείλουμε να κατανοήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ν’ αγωνιζόμαστε εναντίον της, την πλάνη αυτών που σε μια κρίση απελπισίας έχασαν την εντιμότητά τους και ξέπεσαν στο μηδενισμό της εποχής. Αλλά οι περισσότεροι από μας, στη χώρα μου και στην Ευρώπη, αρνήθηκαν αυτόν το μηδενισμό και αναζήτησαν δημιουργική νομιμότητα. Χρειάστηκε να σφυρηλατήσουν μια τέχνη για να επιζήσουν απ’ την καταστροφή, να γεννηθούν για δεύτερη φορά και ν’ αγωνιστούν μετά, χωρίς καμιά προφύλαξη, ενάντια στο ένστικτο του θανάτου, που είναι πανίσχυρο στην ιστορία μας.

Συνέχεια

Advertisements

Ο θάνατος του σύγχρονου κόσμου


OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Άνθρωποι και Μηχανές

Χάνεται ο σημερινός άνθρωπος. Ο κόσμος, η εποχή μας, ο πολιτισμός μας. Καταποντιζόμαστε όπως η αρχαία εκείνη Ατλαντίδα που γράφει στον Τίμαιο ο Πλάτων.

Αυτά δε σας τα λέω εγώ. Αυτά τα είπανε και τα γράψανε όλοι οι επιφανείς αιματολόγοι του πνεύματος από τον περασμένο κιόλας αιώνα. Ο Φρειδερίκος Νίτσε, ο Ντοστογιέφσκι, ο Σπέγγλερ, ο Έλιοτ, ο Κάφκα, ο Φρόυντ, ο Τζόυς, ο δικός μας Καβάφης.
Σας κοιτώ και βλέπω να μην πιστεύετε αυτό που πιστεύουν. Ότι ήρθε η παρακμή και έρχεται και η πτώση του πολιτισμού μας. Σαν την παρακμή και την πτώση της Ρώμης που συμπαράσυρε μαζί της ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Αλλά το να μην πιστεύετε, αυτό ακριβώς είναι η απόδειξη ότι η γοερή αυτή πρόταση είναι αληθινή. Οι κακές προφητείες της Κασσάνδρας βγαίνουν αληθινές, γιατί κανείς δεν τις πίστευε.

Η αιτία, που ο σύγχρονος κόσμος πεθαίνει είναι ότι έλειψε από τη ζωή μας η αίσθηση του τραγικού. Ξεχάσαμε τον ηρωικό μας αντίλογο με τις Ευμενίδες, που είπε ο Σεφέρης. Μας πήρε ο ύπνος, μας πήραν για πεθαμένους κι έφυγαν βρίζοντας τους θεούς που μας προστατεύουν..

Τι σημαίνει τραγικό, τι σημαίνει αίσθηση του τραγικού;
Την αλήθεια αυτή τη διατύπωσε μαθηματικά ο Δημόκριτος.
“Φυσικώς και αδιδάκτως ο άνθρωπος φεύγει μεν την αλγηδόνα, διώκει δε την ηδονήν.”
Και εδώ είναι το δύσκολο. Ο άνθρωπος, προπαντός σήμερα, με το ευδαιμονιστικό ιδεώδες που τον κατακλύζει ζητά μόνο τη χαρά και αποστρέφει το πρόσωπό του στη λύπη. Με άλλα λόγια έγινε μισός και μισερός. Έγινε μονοσήμαντος, ανισόποδος και ανισοσκελής και ανισόρροπος. Έγινε μ’ ένα λόγο αφύσικος.
Μεταχειρίζεται μόνο το Είναι της φύσης και παροπλίζει το Μηδέν. Αποτέλεσμα ο πολιτισμός του, ο τρόπος της ζωής του δηλαδή, είναι της παρακμής και της αποσύνθεσης. Είναι η λευχαιμία του σύγχρονου πολιτισμού που επισήμαναν εκείνοι οι επιφανείς αιματολόγοι που ανέφερα στην αρχή.
Η ευθύνη μας για τις μέλλουσες γενεές είναι ανυπολόγιστη. Γιατί με την παιδεία που δίνουμε στα παιδιά μας τους κρύβουμε συστηματικά την κακή όψη της φύσης και της ζωής. Το αίσθημα του τραγικού το κρύψαμε στη σπηλιά όπως φυλάκισε ο Σίσυφος το θάνατο.
Και αλίμονο στο Σίσυφο, όταν ψηλά από τον Όλυμπο θα αντιληφθούν οι θεοί την πονηριά του.
liantinis.gr

Γιατί όχι;


Ευγένιος Τριβιζάς: To «Γιατί» και το «Γιατί Όχι»

Ευγένιος Τριβιζάς: To «Γιατί» και το «Γιατί Όχι»

«Το κάθε παιδί είναι ένας καλλιτέχνης. Το πρόβλημα είναι πώς να παραμείνει καλλιτέχνης όταν ενηλικιώνεται» είχε πει ο Πικάσο.

Και η πικρή αλήθεια είναι ότι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καυτηριάσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί. Αντί να ενθαρρύνουμε και να αναπτύσσουμε,  αγνοούμε ή ακόμα και διώκουμε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, τα δύο sine qua non της τέχνης.

H ενθάρρυνση της δημιουργικότητας και η καλλιέργεια της φαντασίας είναι από τις πιο παραμελημένες πλευρές των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων. Η φαντασία συνδέεται με το ψεύδος και η δημιουργικότητα με την παράβαση κανόνων και την προσβολή ιερών αγελάδων. Τα παιδιά εισέρχονται στο σχολείο προικισμένα με πλούσια φαντασία και αστείρευτη δημιουργικότητα και αποφοιτούν με φαντασίες ατροφικές και δημιουργικές δυνατότητες στραγγαλισμένες. «Είναι σκανδαλώδες, γράφει ο John Watson, ότι τα σχολεία παραγεμίζουν τα παιδιά σαν γαλοπούλες με γνώσεις, ενώ αφήνουν τη φαντασία τους να λιμοκτονεί».  Σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολα προσβάσιμη και τη θέση «των βιβλίων τσέπης» παίρνουν «βιβλιοθήκες τσέπης» (γιατί τι άλλο είναι οι ηλεκτρονικές συσκευές που επιτρέπουν στον καθένα να κυκλοφορεί με το περιεχόμενο πολλών βιβλιοθηκών στην τσέπη του;) η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει με τη συσσώρευση γνώσεων το παιδί, ενώ θα έπρεπε να του προσφέρει το εφόδιο της φαντασίας για τη δημιουργική αξιοποίηση αυτών των γνώσεων.

Αυτό συμβαίνει επειδή η πάσης φύσεως εξουσία, θρησκευτική, πολιτική οικονομική, εκπαιδευτική, έχει τη ροπή να θεωρεί αμετάβλητα όσα είναι ρευστά, να μην ανέχεται διαφορετική από την κρατούσα πραγματικότητα, να ανάγει σε υπέρτατες αξίες τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Η κάθε εξουσία τότε μόνο αισθάνεται ασφαλής όταν τα πάντα είναι αυστηρά καθορισμένα και οριοθετημένα. Οι ασκούντες εξουσία λατρεύουν τη στασιμότητα και φοβούνται καθετί το ρευστό, το αντιφατικό, το μεταβατικό, το υπερβατικό, το μεταβλητό. Εκλαμβάνουν συνεπώς ως απειλή την αντιφατική ματιά, την απείθαρχη εστίαση της φαντασίας και το «εν δυνάμει» της δημιουργικότητας και έχουν κάθε συμφέρον να τα θέτουν υπό διωγμόν.

Ο διωγμός όμως της φαντασίας και της δημιουργικότητας όχι μόνον στραγγαλίζει τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί, αλλά απονευρώνει και τον μελλοντικό επιστήμονα δεδομένου του κρίσιμου ρόλου των δύο αυτών παραγόντων στην επιστημονική πρόοδο και καινοτομία. Όσο οι επιστήμονες ερευνούν όλο και ευρύτερες εκτάσεις χώρου, όσο ανατέμνουν όλο και μικρότερες μονάδες ύλης, τόσο και πιο δυσδιάκριτη καθίσταται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικού και φανταστικού.  Στην κβαντική φυσική τα συστατικά στοιχεία της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, δηλαδή τα άτομα, είναι δυνατόν να υπάρχουν την ίδια στιγμή σε δύο διαφορετικούς χώρους. Ένα σύμπαν γεμάτο «κόκκινους νάνους» και «μαύρες τρύπες» που καταπίνουν αστέρια είναι πιο κοντά στον χώρο τou φανταστικού παρά στην κλασική φυσική. Eξού και το μεταμοντερνιστικό συμπέρασμα ότι «η αλήθεια είναι μύθος και ο μύθος είναι αλήθεια».

Μόνο αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί,  μόνο αν τονώσουμε τη φαντασία και καλλιεργήσουμε τη δημιουργικότητά του, μόνο αν το μάθουμε, αντί να υπηρετεί, να υπερβαίνει την πραγματικότητα, και πιο πολύ από «γιατί;» να ρωτάει «γιατί όχι;» έχουμε ελπίδα να αποφύγουμε τη στασιμότητα, την αδράνεια και την κοινωνική αποτελμάτωση.

Info: Αν και σπούδασε νομικά και ειδικεύτηκε στο ποινικό δίκαιο και τη συγκριτική εγκληματολογία, ο Ευγένιος Τριβιζάς έχει συγγράψει πάνω από 120 βιβλία για παιδιά και είναι ένας από τους δημοφιλέστερους Έλληνες συγγραφείς. Τα έργα του περιλαμβάνουν διηγήματα, παραμύθια , εικονογραφημένα βιβλία, μυθιστορήματα,ποιήματα , τηλεοπτικές σειρές, τραγούδια, θεατρικά έργα, ακόμα και λιμπρέτα όπερας. Το έργο του Τριβιζά έχει τύχει βραβεύσεων όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό περιλαμβανομένων τιμητικών διακρίσεων από τηΒιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ και το Πολωνικό Κέντρο Νεότητας

ΠΗΓΗ

Ευρωπαϊκή Ηγεμονία


Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ
Ευρωπαϊκο Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο, Γαλλία

Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος:

Να Ευχώμεθα ότι δεν θα θελήση Κανείς Ευρωπαϊκός Λαός να Διεκδικήση Ηγεμονίαν

———————————————————————————————————-

Επιμέλεια: Τάκης Μαχαίρας, Πολιτικός Επιστήμονας

Σύμβουλος Πολιτικής & Επικοινωνιακής Στρατηγικής

Ο ακαδημαϊκός Ιωάννης Ν Θεοδωρακόπουλος (1900-1981), υπήρξε ένας από τους κορυφαίους στοχαστές του Νέου Ελληνισμού. Πνεύμα πολυμερές και ανήσυχο, με σκέψη αδέσμευτη και αδογμάτιστη, ουδέποτε ενέδωσε στη γοητεία του οποιουδήποτε «-ισμού» του συρμού. Βαθύς γνώστης τη αρχαίας ελληνικής, αλλά και της σύγχρονης ευρωπαϊκής, φιλοσοφίας, αρνήθηκε την ευκολία της ένταξης σε ένα αυτοαναφερόμενο «κλειστό» σύστημα σκέψης και στάθηκε κριτικά απέναντι σε κάθε είδους κοσμοθεωρητικές απολυτολογίες ή αυτάρεσκες εξ αποκαλύψεως «αλήθειες», υπερασπιζόμενος σε ολόκληρη τη ζωή του την ελευθερία του στοχασμού και την αφαλκίδευτη αναζήτηση, που θεωρούσε πως αποτελούσαν την πεμπτουσία της παρακαταθήκης του Ελληνικού πνεύματος στον κόσμο.

Καταφάσκοντας ενσυνείδητα την Ελληνικότητα, χωρίς ξενηλασία ή ξενομανία, ο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος ήταν ταυτόχρονα ένας ένθερμος Ευρωπαϊστής, καθώς φρονούσε ότι μόνο ενωμένοι οι λαοί της Ευρώπης θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις προκλήσεις του μέλλοντος που ετίθεντο ενώπιον τους. Έχοντας αφομοιώσει την πικρή για τους Ευρωπαϊκούς λαούς εμπειρία των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, τους οποίους θεωρούσε ότι «ήσαν κατ’ ουσίαν εμφύλιοι πόλεμοι των Ευρωπαίων», ο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος σε μια σχεδόν προφητική ομιλία του, που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας στις 27 Φεβρουαρίου 1963, οριοθέτησε ως προαπαιτούμενα για την κατ’ εκείνον αναγκαία Ευρωπαϊκή Ενοποίηση την αποφυγή από μέρους οποιουδήποτε Ευρωπαϊκού λαού, οσοδήποτε ισχυρός και αν είναι αυτός, της διεκδίκησης της ηγεμονίας έναντι των άλλων λαών, καθώς και τη διατήρηση της ποικιλίας του πνεύματος, που θεωρούσε ότι είναι «η δύναμις της Ευρώπης».

Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης φαίνεται ότι βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς και οι ηγεμονικές διαθέσεις εκ μέρους κάποιων κρατών έχουν κάνει την εμφάνισή τους, αλλά και τάσεις ομοιομορφοποίησης δείχνουν να επικρατούν σε διάφορους ιθύνοντες Ευρωπαϊκούς κύκλους, απειλώντας να υπονομεύσουν μακροπρόθεσμα το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης, η παράθεση των απόψεων γύρω από τα ζητήματα αυτά του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, είναι ίσως περισσότερο επίκαιρη παρά ποτέ. (Το κείμενο που ακολουθεί είναι παρμένο από το βιβλίο του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, «Ευρώπη και Σοσιαλισμός», β΄ έκδοση, Αθήνα 1982, χωρίς αναφορά εκδοτικού οίκου).

«Άλλο μέγα προνόμιον του ελληνικού πνεύματος υπήρξε και είναι το αδογμάτιστον. Το αδογμάτιστον τούτο επέτρεψε εις το ελληνικόν πνεύμα να ανανεώνεται συνεχώς, να είναι πάντοτε νέον. Επίσης αυτό το αδογμάτιστον χαρακτηρίζει και το όλον πνεύμα της Ευρώπης, μολονότι βεβαίως υπήρξαμεν μάρτυρες κατά τον δεύτερον Παγκόσμιον πόλεμον σκληρών και φρικτών δογματικών συστημάτων, τα οποία όμως η πυρά του πολέμου κατέστρεψε. Με αυτό το αδογμάτιστον ανανεώνεται συνεχώς και το ευρωπαϊκόν πνεύμα. Αντιθέτως, όλα τα Ασιατικά πνεύματα είναι δογματικά και διά τούτον τον λόγον γηραλέα. Δι’ αυτό εις την Ασίαν οι αιώνες και αι χιλιετηρίδες είναι ωσάν να μη κινούνται, ενώ εις την Ελλάδα και την Ευρώπην κινούνται τα πάντα. Εις την Ελλάδα μάλιστα κινούνται ανά πάσαν στιγμήν τα πάντα. Και διά τούτο ακριβώς είναι δύσκολη η ζωή εις την Ελλάδα, διότι διαρκώς αναθεωρούνται εδώ τα πάντα, κρίνονται και ελέγχονται τα πάντα. Δι’ αυτό και κανένα δόγμα δεν ήτο δυνατόν να επιβληθή επί μακρόν και εις τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ούτε με τον πόλεμο ούτε με την βίαν κατώρθωσε κανείς από τους ευρωπαϊκούς λαούς να επιβληθή εις τους άλλους ολοκληρωτικώς. Επεχείρησαν διάφοροι ευρωπαϊκοί λαοί να κατακτήσουν τους άλλους, Γάλλοι, Γερμανοί, ουδείς όμως το κατώρθωσε παρά προσκαίρως. Πρέπει να ευχώμεθα ότι η σκληρά πείρα του παρελθόντος πολέμου θα διδάξη πολλά τους ευρωπαϊκούς λαούς, δηλαδή ότι δεν θα θελήση κανείς ευρωπαϊκός λαός, όσον μεγάλος και αν είναι, να επιβληθή εις τους άλλους, ή να διεκδικήση ηγεμονίαν.

Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ήσαν κατ’ ουσίαν εμφύλιοι πόλεμοι των Ευρωπαίων και έφεραν την καταστροφήν της Ευρώπης και την απώλειαν της υπερπόντιας ακτινοβολίας της Ευρώπης. Εν τούτοις η Ευρώπη παραμένει μέχρι σήμερον η μήτρα όλης της ιστορίας της γης. Και παραμένει, διότι όλοι οι λαοί, έστω και αν την φθονούν, κατά βάθος δεν θέλουν τίποτε άλλο παρά να γίνουν όπως οι ευρωπαϊκοί λαοί. Δεν επιδιώκουν τίποτε άλλο παρά να έχουν την ζωήν αυτήν την οποίαν έχουν οι Ευρωπαίοι. Όλοι ανεξαιρέτως, όλων των χρωμάτων και όλων των δογμάτων, – τούτο είναι κατάδηλον και από τα λεγόμενά των – δεν επιθυμούν τίποτε άλλο παρά να φθάσουν εις την στάθμην της ζωής των ευρωπαϊκών λαών. Μέσα εις αυτούς φυσικά είναι και οι υπερπόντιοι ευρωπαϊκοί λαοί, η Αμερική, ο Καναδάς κ.ο.κ. Παρά την καταστροφήν και παρά την απώλειαν της πέραν από τον πόντον ακτινοβολίας, η Ευρώπη έχει δυνάμεις βιολογικάς και πνευματικάς ανυπολογίστους, τεραστίας. Δεν το λέγω αυτό τώρα, όπου είναι εμφανής η αναδημιουργία της Ευρώπης, το είπα προ 15 ετών και το έγραψα εις μίαν σειράν άρθρων, όταν η Ευρώπη ήτο κάτω από τα ερείπια του πολέμου. Έχει τεραστίαν ζωτικότητα η Ευρώπη. Και αρνητική, δυστυχώς, απόδειξις της ζωτικότητος είναι οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι.

Ο σχηματισμός του όγκου της κομμουνιστικής δυνάμεως από το ένα μέρος και η απίστευτος ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών από το άλλον, ηνάγκασε την Ευρώπην, μετά τον πόλεμον, να αρχίση να σκέπτεται διά την ένωσίν της. Χωρίς αυτήν την διπλήν πίεσιν, πίεσιν αρνητικήν – από Ανατολάς – και θετικήν – από Δυσμάς – δεν θα εσκέπτετο η Ευρώπη ποτέ να ενωθή. Κήρυκες διά την ένωσιν υπήρξαν πολλοί. Επί κεφαλής όλων, με επίγνωσιν του βάθους των δυσκολιών, όπως είπα εξ αρχής, ήτο ο Νίτσε, ο οποίος είδε όλας τας αδυναμίας, όλας τας ασθενείας της Ευρώπης και προείδε την εσωτερικήν της κατάρρευσιν.

Όμως η ένωσις αυτή έχει – ή τουλάχιστον πρέπει να έχη κατά την γνώμην μου – όλως διαφορετικόν χαρακτήρα από τας άλλας ενώσεις. Ούτε η Σοβιετική Ένωσις, ούτε η Ένωσις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι δυνατόν ν’ αποτελέσουν υπόδειγμα διά την ένωσιν της Ευρώπης. Και εις την Αμερικήν και εις την Ρωσσίαν, παρά τας διαφοράς, το ιδανικόν είναι η τυποποίησις, η εξομοίωσις όλων προς όλους, η μονοτυπία θα έλεγα.

Η ποικιλία του πνεύματος όμως είναι η δύναμις της Ευρώπης. Η εξομοίωσις εδώ δεν θα ήτο λύσις του προβλήματος, διότι η εξομοίωσις θα ωδήγει εις την επιπέδωσιν του ευρωπαϊκού πνεύματος. Όταν όμως η Ευρώπη επιπεδώση το πνεύμα της, όταν εξομοιωθούν όλοι με όλους, τότε βεβαίως θα κινδυνεύση ασφαλώς να χάση την υπόστασίν της. Και τούτο σημαίνει θα κινδυνεύση ν’ απορροφηθή αυτομάτως από την Ασίαν. Ο μέγας κίνδυνος διά την Ευρώπην είναι λοιπόν η ομοιομορφία τυχόν της ζωής της. Συνεπώς καλός Ευρωπαίος είναι εκείνος, ο οποίος αναγνωρίζει την διαφοράν των ευρωπαϊκών λαών, εργάζεται όμως διά τα κοινά συμφέροντά των.

Υπάρχει όμως μέσα εις την ποικιλίαν αυτήν των λαών και εις την διαφοράν κάτι βαθύτατα κοινόν, εκτός του κοινού συμφέροντος, υπάρχει ο ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος αναδύεται από τους κόλπους του καθενός λαού. Αυτός είναι ο δημιουργός του πνεύματος του λαού, είτε είναι καλλιτέχνης, είτε επιστήμων, είτε πολιτικός, είτε φιλόσοφος. Αυτός αναγνωρίζει την συγγένειαν, την οποίαν έχουν προς αυτόν τα πνεύματα των άλλων ευρωπαϊκών λαών. Τοιουτοτρόπως, από την διαφοράν και την ποικιλίαν, ακόμη όμως και από την αντίθεσιν, δημιουργείται η σύνθεσις, η αρμονία των πνευμάτων. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονώμεν ότι η διαμόρφωσις των ευρωπαϊκών λαών έγινε ακριβώς με την πάλην αναμεταξύ των, έγινε με τον συνεχή αγώνα, τον οποίον οι λαοί αυτοί ήνοιγαν μεταξύ των. Ούτε η πνευματική του ζωή, ούτε η πολιτική του ζωή, ούτε η οικονομική του ζωή νοείται δίχως την ζωήν των άλλων. Οι Ευρωπαϊκοί λαοί έχουν ο καθείς των χωριστήν προσωπικότητα, ηθικήν και πνευματικήν, και έχουν σχηματισθή με αγώνας ο ένας εναντίον του άλλου. Κάποτε ήτο η Ευρώπη ηνωμένη, εις τον Μεσαίωνα, και υπήρχε και μία γλώσσα, η λατινική. Όμως κάθε λαός έχει την γλώσσαν του, και όχι απλώς την γλώσσαν του, αλλά κάθε λαός έχει εις την γλώσσαν αποθησαυρίσει ένα τεράστιον θησαυρόν πνεύματος. Κάθε λαός έχει ένα όργανον, όπως είναι η γλώσσα, με το οποίον μάχεται και με το οποίον επιζή. Διά να κατανοήση κανείς την σημερινήν πραγματικότητα της Ευρώπης, αλλά και γενικώς του κόσμου πρέπει να έχη εις τον νουν του σταθερώς ότι η Ιστορία εργάζεται πάντοτε με λαούς. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος, την οποία ευρήκε η Ιστορία μέχρι τούδε, και με την οποίαν εργάζεται. Με λαούς πάντοτε ειργάσθη και με λαούς εργάζεται τώρα. …»

ΠΗΓΗ